ευοίκητος

εὐοίκητος, -ον (ΑΜ) [ευοικώ]
1. αυτός που έχει τοποθετηθεί ευνοϊκά, σε κατάλληλο χώρο, κατοικήσιμος («εὐοίκητος τόπος», Φιλοχ.)
2. (για σπίτι) άνετος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐοίκητος — favourably placed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοίκητον — εὐοίκητος favourably placed masc/fem acc sg εὐοίκητος favourably placed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.